vignette
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- vignette < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| vignette | vignettes |
vignette (fr) θηλυκό
- κάθε ένα από τα σχέδια των κόμικς
-
- → βλέπε λέξη: bande dessinée
-