vitre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : vitré

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

vitre < λατινική vitrum

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /vitʁ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
vitre vitres

vitre (fr) θηλυκό

  1. ο υαλοπίνακας, το τζάμι
    poseur de vitres - υαλοτεχνικός
  2. το τζάμι ενός οχήματος
    cette voiture a des vitres teintées - αυτό το αυτοκίνητο έχει φυμέ τζάμια
  3. το σύνολο του τζαμιού και του σασί
    j'ai baissé la vitre pour parler au gendarme - κατέβασα το τζάμι για να μιλήσω στον χωροφύλακα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]