voire
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Επίρρημα [
]
voire (fr)
- και μάλιστα
- C'est vieilli, voire obsolète. Είναι απηρχαιωμένο, και μάλιστα δεν χρησιμοποιείται πια.
- {πεπαλαιωμένο ή αστειευόμενο) σώπα! (έκφραση έκπληξης και αμφιβολίας)
- Les clients de nos concurrents finissent toujours par venir chez nous. - Voire. Οι πελάτες των ανταγωνιστών μας, στο τέλος, έρχονται πάντα σε μας. - Σώωπα!