voisé
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- voisé < voix
Προφορά [
]
Επίθετο [
]
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | voisé | voisés |
| θηλυκό | voisée | voisées |
voisé (fr)
- χαρακτηριστικός της ταλάντευσης των φωνητικών χορδών