volage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Επίθετο

ενικός πληθυντικός
volage volages

volage  (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. άστατος και ελαφρύς
    amant volage - ελαφρύς, άστατος εραστής
    la jeunesse est volage - τα νιάτα είναι ασταθή
  2. (ναυτικός όρος) ασταθής, που κινδυνεύει να ανατραπεί
  3. (ιατρική) λέγεται για ασθένεια της οποίας τα συμπτώματα εμφανίζονται και εξαφανίζονται γρήγορα
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες