[
]
volage (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- άστατος και ελαφρύς
- amant volage - ελαφρύς, άστατος εραστής
- la jeunesse est volage - τα νιάτα είναι ασταθή
- (ναυτικός όρος) ασταθής, που κινδυνεύει να ανατραπεί
- (ιατρική) λέγεται για ασθένεια της οποίας τα συμπτώματα εμφανίζονται και εξαφανίζονται γρήγορα