voracious

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Επίθετο

voracious  (en)

  1. αδηφάγος, λαίμαργος
  2. (μεταφορικά) που δεν σταματάει να συγκεντρώνει, να μαζεύει (διάφορα πράγματα, γνώσεις, κ.α.)
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες