weary

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

weary < αρχαία αγγλική wēriġ

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

[] Open book 01.svg Επίθετο

weary  (en)

  1. αποκαμωμένος, κουρασμένος ψυχικά και σωματικά
    A weary traveller knocked at the door. - Ένας αποκαμωμένος ταξιδιώτης χτύπησε στην πόρτα.
  2. που εκφράζει κούραση
    He gave me a weary smile. - Μου απέδωσε ένα κουρασμένο χαμόγελο.

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις

[] Open book 01.svg Ρήμα

weary  (en)

  1. κουράζω
  2. κουράζομαι
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες