wed

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

'wed (en), αόρ.-παθ.μτχ.: wed και wedded

  1. παντρεύω, τελώ την τελετή του γάμου
  2. παντρεύομαι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]