whine
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ετυμολογία
- whine < αρχαίο αγγλικό hwinan
Προφορά
Ομώνυμα
Ουσιαστικό
whine (en)
- οξεία και μακρόσυρτη παραπονιάρικη κραυγή ή ήχος, κλαψούρισμα
Ρήμα
whine (en)
- βγάζω ένα οξύ και μακρόσυρτο ήχο
- The jet engines whined at take off.
- κλαψουρίζω, παραπονιέμαι με παιδιάστικο τρόπο για ασήμαντα πράγματα
- The Red Soxs fans were whining after they lost to the Yankees again.