wielomian
Από Βικιλεξικό
Πολωνικά (pl) [
]
Προφορά[
]
- ΔΦΑ : /vʲjɛˈlɔ̃mʲjãn/
Ουσιαστικό [
]
wielomian (pl) αρσενικό
- (μαθηματικά) το πολυώνυμο
wielomian (pl) αρσενικό