wierny
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Πολωνικά (pl)
[
]
Επίθετο
[
]
wierny
(pl)
πιστός
που πιστεύει
ολόιδιος, ακριβής
Κλίση του επιθέτου
wierny
στα πολωνικά
αριθμός
πτώση
αρσενικό
έμψυχο
αρσενικό
άψυχο
θηλυκό
ουδέτερο
ενικός
ονομαστική
wiern
y
wiern
a
wiern
e
γενική
wiern
ego
wiern
ej
wiern
ego
δοτική
wiern
emu
wiern
emu
αιτιατική
wiern
ego
wiern
y
wiern
ą
wiern
e
οργανική
wiern
ym
wiern
ym
τοπική
wiern
ej
κλητική
wiern
y
wiern
a
wiern
e
πληθυντικός
ονομαστική
wiern
i
wiern
e
γενική
wiern
ych
δοτική
wiern
ym
αιτιατική
wiern
ych
wiern
e
οργανική
wiern
ymi
τοπική
wiern
ych
κλητική
wiern
i
wiern
e
Κατηγορίες
:
Πολωνική γλώσσα
Επίθετα (πολωνικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
English
Français
Ido
Italiano
Kurdî
Malagasy
Polski
Svenska