witch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

witch < Πηγάζει από τα παλαιά Αγγλικά ''wiggle'' που σημαίνει «μαγεία», και wiglera, δηλαδή «μάγισσα».

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

witch (en)

  1. (αρχαϊκό) μάγος
  2. η μάγισσα, μια γυναίκα που ασκεί τη μαγεία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: sorceress, wizardess
  3. (μειωτικά) πολύ άσχημη γυναίκα
Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Αναφορές[]

A History of Witchcraft: Sorcerers, Heretics & Pagans (2007)