witch
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ετυμολογία [
]
- witch < Πηγάζει από τα παλαιά Αγγλικά ''wiggle'' που σημαίνει «μαγεία», και wiglera, δηλαδή «μάγισσα».
Ουσιαστικό [
]
witch (en)
[
]
Αναφορές [
]
A History of Witchcraft: Sorcerers, Heretics & Pagans (2007)