worn out
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
worn out (en)
- φθαρμένος τόσο πολύ ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί πια
- don't wear this old worn out shirt anymore!
- πολύ κουρασμένος, εξοντωμένος
- after such a long meeting I'm all worn out