współczynnik
Από Βικιλεξικό
Πολωνικά (pl) [
]
Ετυμολογία [
]
współczynnik < współ- + czynnik
Ουσιαστικό [
]
współczynnik (pl) αρσενικό
- (μαθηματικά), (φυσική), (κοινά) ο συντελεστής
- (φυσική) ο δείκτης