wykrzyknik

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

wykrzyknik (pl) αρσενικό

  1. το θαυμαστικό (σημείο στίξης)
  2. (γραμματική) το επιφώνημα (μέρος του λόγου)