yaşamak

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Turkey.svg Τουρκικά (tr) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

yaşamak (tr)

  1. ζω (είμαι ζωντανός, μένω, βγάζω τα προς το ζην)
    Büyük baban yaşıyor mu? - Ζει ο παππούς σου;
    Balıklar suda yaşar. - Τα ψάρια ζουν στο νερό.
    Atina'de yaşıyorum - Ζω στην Αθήνα.
    Bu maaşla yaşamak çok zor. - Είναι πολύ δύσκολο να ζει κανείς με αυτό το μισθό.