yaşamak
Από Βικιλεξικό
Τουρκικά (tr) [
]
Ρήμα [
]
yaşamak (tr)
- ζω (είμαι ζωντανός, μένω, βγάζω τα προς το ζην)
- Büyük baban yaşıyor mu? - Ζει ο παππούς σου;
- Balıklar suda yaşar. - Τα ψάρια ζουν στο νερό.
- Atina'de yaşıyorum - Ζω στην Αθήνα.
- Bu maaşla yaşamak çok zor. - Είναι πολύ δύσκολο να ζει κανείς με αυτό το μισθό.