zawartość

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική zawartość zawartości
γενική zawartości zawartości
δοτική zawartości zawartościom
αιτιατική zawartość zawartości
οργανική zawartością zawartościami
τοπική zawartości zawartościach
κλητική zawartości zawartości

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

zawartość < zawierać

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

zawartość (pl) θηλυκό

  1. το περιεχόμενο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]