zeugma
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
zeugma (en)
- το ζεύγμα (σχήμα λόγου)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- zeugma < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| zeugma | zeugmas |
- το ζεύγμα (σχήμα λόγου)