à-bon-droit

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

à-bon-droitδείτε τις λέξεις: à, bon και droit

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.bɔ̃.dʁwa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

à-bon-droit (fr) αρσενικό

  1. το παραπάνω ποσό που αφήνει ένας πελάτης σαν πουρμπουάρ στον έμπορο για να τον ευχαριστήσει (για την εξυπηρέτηση, το φέρσιμο, κ.λπ.)