Μετάβαση στο περιεχόμενο

çömlek

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]
Τσουμπλέκια: çömlekler.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /t͡ʃɶmˈlɛc/

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
çömlek < παλαιά τουρκική çöŋgek

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

çömlek (tr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]