écaille
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| écaille | écailles |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]écaille (fr) θηλυκό
- (ζωολογία) το λέπι
- το κέλυφος ή το όστρακο όπως της χελώνας
- → δείτε écaille de tortue (fr) (ταρταρούγα)
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: εκάιγ
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- écaille - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- écaille - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé