Μετάβαση στο περιεχόμενο

écaille

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: écaillé

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
écaille écailles

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.kaj/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

écaille (fr) θηλυκό

  1. (ζωολογία) το λέπι
  2. το κέλυφος ή το όστρακο όπως της χελώνας
     δείτε  écaille de tortue (fr) (ταρταρούγα)
    ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: εκάιγ

Συγγενικά

[επεξεργασία]