écaille

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: écaillé

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
écaille écailles

écaille (fr) θηλυκό

  1. λέπι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]