Μετάβαση στο περιεχόμενο

échafaudage

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
échafaudage échafaudages

échafaudage (fr) αρσενικό