Μετάβαση στο περιεχόμενο

écharde

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
écharde échardes

écharde (fr) θηλυκό