écharpe

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

écharpe 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
écharpe écharpes

écharpe (fr) θηλυκό

  • η σάρπα, το μαντήλι του λαιμού