échelon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

échelon < échelle

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
échelon échelons

échelon (fr) αρσενικό

  1. το σκαλοπάτι μιας ξύλινης (ή μεταλλικής) σκάλας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: barreau, degré, marche, enfléchure
  2. το κλιμάκιο (σε μια ιεραρχία)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: marchepied, niveau, palier, tremplin