écot

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. écot < φραγκική °scot (συμβολή)
  2. écot < φραγκική °scot (βλαστάρι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
écot écots

écot (fr) αρσενικό

  1. μερίδιο που πληρώνει κάθε συνδαιτυμόνας σε γεύμα όπου τα έξοδα είναι κοινά

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
écot écots

écot (fr) αρσενικό

  1. (δασοκομία) κορμός ή κλαδί δέντρου που έχει κλαδευτεί ελλιπώς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]