écuyer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

(1080) écuyer < παλαιά γαλλική escuier < δημώδης λατινική scutarius < λατινική scutum (ασπίδα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό écuyer écuyers
θηλυκό écuyère écuyères

écuyer (fr) αρσενικό

  1. (1636) ο ιπποκόμος
    Quel est l’écuyer qui tient ce manège ? - Ποιος ιπποκόμος είναι υπεύθυνος αυτού του ιππευτήριου;
    Écuyers de l’école de Saumur. - Ιπποκόμοι της σχολής του Saumur.
    Cet homme est bon écuyer : il monte bien à cheval, il sait bien mener, bien dresser un cheval.
    Αυτός ο άνθρωπος είναι καλός ιπποκόμος: ιππεύει καλά, ξέρει να οδηγεί και να εκπαιδεύει ένα άλογο.
  2. ιππέας, καβαλάρης σε δημόσιο θέαμα
    Bottes à l’écuyère : ψηλές μπότες, ελαστικές
  3. (ιστορία) υπηρέτης που ακολουθούσε και συνόδευε έναν ιππότη, που μετέφερε την ασπίδα του και τον βοηθούσε να πάρει τα όπλα και να φορέσει την πανοπλία του
  4. (ιστορία) τίτλος που έφεραν άλλοτε οι νεαροί μαθητευόμενοι μέχρι την τελετή με την οποία γινόντουσαν ιππότες (adoubement)
  5. (ιστορία) τίτλος που έφεραν άλλοτε, στη Γαλλία, οι νέοι ευγενείς. Αυτός ο χαρακτηρισμός συνηθίζεται ακόμη πολύ στην Αγγλία (squire)
  6. (1265) (ιστορία) ο υπεύθυνος του στάβλου ενός πρίγκιπα ή ενός μεγάλου φεουδάρχη, σταβλάρχης
    Le grand écuyer de France. - Ο Μέγας Σταβλάρχης της Γαλλίας.
    Le premier écuyer. - Ο πρώτος Σταβλάρχης.
  7. (ιστορία) αυτός που έδινε το χέρι σε μία πριγκίπισσα ή ευγενή κυρία για να την οδηγήσει. Ο όρος συνηθίζεται πλέον μόνο μιλώντας για μια βασίλισσα ή πριγκίπισσα
  8. (κατ' επέκταση)
    Écuyer tranchant : αξιωματούχος που έκοβε το κρέας στο τραπέζι των βασιλιάδων και των πριγκίπων
    Écuyer de bouche, de cuisine : ο αρχιμάγειρας ενός πρίγκιπα ή ενός μεγάλου φεουδάρχη

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • écuyer στη γαλλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη γαλλική Βικιπαίδεια