Μετάβαση στο περιεχόμενο

édaphologie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
édaphologie édaphologies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

édaphologie (fr) θηλυκό