édition
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| édition | éditions |
édition (fr) θηλυκό
- η έκδοση
- édition limitée - περιορισμένη έκδοση
| ενικός | πληθυντικός |
| édition | éditions |
édition (fr) θηλυκό