Μετάβαση στο περιεχόμενο

élévation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
élévation élévations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

élévation (fr) θηλυκό

  1. η ανύψωση, η ύψωση
  2. (τεχνικό σχέδιο) η μπροστινή όψη, η πρόσοψη
  3. η ανάταση