électoraliste

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
électoraliste électoralistes

électoraliste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. που προσπαθεί, με δημαγωγικά μέσα]], να έλξει όσο το δυνατό περισσότερες ψήφους, με όλα τα μέσα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]