électrique
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| électrique | électriques |
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.lɛk.tʁik/
- ⓘ
Επίθετο
[επεξεργασία]électrique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- ηλεκτρικός
le courant électrique - το ηλεκτρικό ρεύμα
- (για χρώματα) ελεκτρίκ
bleu électrique - μπλε ελεκτρίκ
vert électrique - πράσινο ελεκτρίκ- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: ελεκτρίκ
Πηγές
[επεξεργασία]- électrique - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- électrique - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé