Μετάβαση στο περιεχόμενο

élision

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
élision élisions

élision (fr) θηλυκό