Μετάβαση στο περιεχόμενο

élite

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
élite élites

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

élite (fr) θηλυκό