élixir
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- élixir < (κληρονομημένο) μεσαιωνική λατινική elixir
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]élixir (fr) αρσενικό
- το ελιξήριο
Απόγονοι
[επεξεργασία]élixir (γαλλικά)
Πηγές
[επεξεργασία]- élixir - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé