énergétique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.nɛʁ.ʒe.tik/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
énergétique énergétiques

énergétique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ενεργειακός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

énergétique (fr) θηλυκό

  • ο κλάδος της φυσικής που μελετά την ενέργεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]