énerver

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

énerver (fr)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

nerveux, nervosité, nerf