Μετάβαση στο περιεχόμενο

épée

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
épée épées

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
épée < (κληρονομημένο) παλαιά γαλλική espee < λατινική spatha < αρχαία ελληνική σπάθη  δείτε και τη λέξη spathe
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: επέ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.pe/
 
ομόηχο: épées

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

épée (fr) θηλυκό