épée
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| épée | épées |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- épée < (κληρονομημένο) παλαιά γαλλική espee < λατινική spatha < αρχαία ελληνική σπάθη → δείτε και τη λέξη spathe
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: επέ
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]épée (fr) θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- épée - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- épée - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα παλαιά γαλλικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (γαλλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα λατινικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (γαλλικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Ομόηχα (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Οπλισμός (γαλλικά)