épaté
Μετάβαση στην πλοήγηση
Πήδηση στην αναζήτηση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]Προφορά
[επεξεργασία]Επίθετο
[επεξεργασία]γένος | ενικός | πληθυντικός |
---|---|---|
αρσενικό | épaté | épatés |
θηλυκό | épatée | épatées |
épaté (fr)
γένος | ενικός | πληθυντικός |
---|---|---|
αρσενικό | épaté | épatés |
θηλυκό | épatée | épatées |
épaté (fr)