épeautre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

épeautre < λατινική spelta

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.potʁ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

épeautre (fr) αρσενικό