épinard

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

épinard 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
épinard épinards

épinard (fr) αρσενικό

  1. το σπανάκι (το φυτό)
  2. (πληθυντικός) το σπανάκι (τα φύλλα, που τρώγονται)