épinette

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. épinette < épine
  2. épinette < pin
  3. épinette < ιταλική spinetta < spina (αγκάθι)

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
épinette épinettes

épinette (fr) θηλυκό

  1. κλουβί από λυγαριά, με πολλά διαμερίσματα για πουλερικά

Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
épinette épinettes

épinette (fr) θηλυκό

  1. (Καναδάς) (βοτανική) η ερυθρελάτη

Ουσιαστικό 3[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
épinette épinettes

épinette (fr) θηλυκό

  1. (μουσική) μουσικό όργανο με πλήκτρα και χορδές που τραβιούνται από ένα εξάρτημα σε μορφή μικρού αγκαθιού