épistémologique
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| épistémologique | épistémologiques |
Επίθετο
[επεξεργασία]épistémologique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| épistémologique | épistémologiques |
épistémologique (fr) αρσενικό ή θηλυκό