épithétique

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.pi.te.tik/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
épithétique épithétiques

épithétique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. επιθετικός