épreuve

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

épreuve 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
épreuve épreuves

épreuve (fr) θηλυκό

  1. δοκίμιο
    il doit rendre son épreuve dans un mois - πρέπει να δώσει το δοκίμιό σε έναν μήνα
  2. δοκιμασία
    tu dois passer trois épreuves - πρέπει να ξεπεράσεις τρεις δοκιμασίες
  3. διαγώνισμα
    vous avez trois heures pour rendre votre épreuve - έχετε τρεις ώρες για να δώσετε το διαγώνισμά σας
  4. βάσανο
    il a traversé plusieurs épreuves dans sa vie - πέρασε πολλά βάσανα στη ζωή του