Μετάβαση στο περιεχόμενο

équilibriste

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
équilibriste équilibristes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

équilibriste (fr) αρσενικό ή θηλυκό