Μετάβαση στο περιεχόμενο

équipement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
équipement équipements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

équipement (fr) αρσενικό