équité

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.ki.te/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
équité équités

équité (fr) θηλυκό

  1. το περί δικαίου αίσθημα
  2. η δικαιοσύνη