équitable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
équitable équitables

équitable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. δίκαιος, αμερόληπτος
    partage équitable - δίκαιη μοιρασιά