Μετάβαση στο περιεχόμενο

érosion

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
érosion < λατινική erosio

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
érosion érosions

érosion (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]